ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΑΚΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ - ΘΥΜΙΟΣ ΑΔΑΜΗΣ

Λιθανάγλυφα κοσμικά & εκκλησιαστικά
από τα χωριά του Φθιωτικού Τυμφρηστού
Του Τάκη Ευθυμίου & Θύμιου Αδάμη
από το βιβλίο τους: «Παραδοσιακή αρχιτεκτονική στα χωριά του Φθιωτικού Τυμφρηστού»

            Εξετάζοντας την παραδοσιακή αρχιτεκτονική της περιοχής,  συναντάμε αρκετά δείγματα της ντόπιας λαϊκής τεχνοτροπίας. Κάθε φορά που οι κάτοικοι του Φθιωτικού Τυμφρηστού κατασκεύαζαν νέα κτίσματα, επαναχρησιμο-ποιούσαν το υλικό που έβρισκαν εκεί από παλιότερα κτίσματα. Εκείνα που φρόντιζαν, οπωσδήποτε, να εντοιχίσουν ήταν τα παλιά λιθόγλυπτα για να τους θυμίζουν τα περασμένα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, περιορίζεται αυτή η συνήθεια, καθώς και η λάξευση νέων λιθόγλυτων, οπότε εξαφανίζονται εντελώς με αυτή τη μορφή κάπου στη δεκαετία του 1950-1960, όταν πλέον συναντάμε μονάχα χρονολογικές επισημάνσεις κατασκευής του κτηρίου.

            Η πέτρα που προτιμιέται για τα λιθανάγλυφα είναι η ντόπια γκρίζα ή σταχτιά ή σαπόπετρα, η ίδια ακριβώς που χρησιμοποιείται και για το χτίσιμο της κατοικίας. Οι πρωταρχικοί λαϊκοί λιθογλύπτες ήταν περιπλανώμενοι μαστόροι από την Ήπειρο, που οργανωμένοι σε συντεχνίες όργωναν την ηπειρωτική Ελλάδα για να χτίζουν τις πέτρινες κατοικίες. Για το λόγο αυτό τα πρότυπα μοτίβα εμφανίζουν κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα με πολλές περιοχές της πατρίδας μας. Αργότερα, εμφανίζονται, σύμφωνα με μαρτυρίες, και ντόπιοι λιθοξόοι που εντάσσουν στα γλυπτά τους και το τοπικό λαϊκό στοιχείο.
            Στην τεχνική των ασπούδαστων αυτών λιθοξόων ή πελεκάνων, επικρατεί το επιπεδόγλυφο που διακοσμείται με εγχαράξεις, στο οποίο όμως απουσιάζει η πλαστικότητα. Τα θέματα της λιθογλυπτικής είναι αρκετά συντηρητικά, πανομοιότυπα, προέρχονται από την εκκλησιαστική θεματολογία και τη γηγενή λαϊκή παράδοση. Κατατάσσονται σε δυο μεγάλες κατηγορίες στα κοσμικά,  που συναντώνται σε εντοιχισμένες πλάκες, στις κρήνες, στα υπέρθυρα, στα πρέκια και στ’ αγκωνάρια δημοσίων και ιδιωτικών κτηρίων και στα εκκλησιαστικά που συναντώνται στα περιθυρώματα, στα αγκωνάρια και στην εξωτερική κεντρική κόγχη του ιερού και του καμπαναριού.      
            Σε κάθε κτήριο, όπως προαναφέραμε, απαντώνται κυρίως δυο χωριστά λιθόγλυπτα. Το ένα είναι το κτητορικό-χρονολογικό και το άλλο το φυλακτικό-αποτρεπτικό κατά της μαγείας-βασκανίας ή καθαρά διακοσμητικό.
            Στα κοσμικά λιθανάγλυφα κυριαρχούν οι κτητορικές ή χρονολογικές επιση-μάνσεις σε συνδυασμό οι παλιότερες με σταυρό διαφόρων τύπων ή με ρόδακα-ήλιο ή με φεγγάρι  ή με διάφορα τοπικά φυτά όπως κυπαρίσσι, έλατο ή με διάφορα ζώα και ερπετά. Οι αντιβασκανικές-φυλακτικές εμφανίζουν ανθρώπινες μορφές όπου οι κεφαλές παρουσιάζονται με έντονα μάτια, διαπεραστικό βλέμμα καθώς και αγριωπό μουστάκι που προκαλεί δέος, ακόμα υπάρχουν γυναικείοι μαστοί που προφανώς συμβολίζουν την ευτεκνία και αφθονία, φίδια και δράκοι επειδή θεωρούνται στη λαϊκή αντίληψη φύλακες των σπιτιών, μια δοξασία με μυθολογικές καταβολές και άγρια σαρκοφάγα ζώα όπως λύκοι. Επίσης, συναντήσαμε και λιθανάγλυφο με μορφή κότας, που όμως το αυγό της έχει τη μορφή ανθρώπινου κεφαλιού. Επίσης, στο Μεγάλο Κάψη υπάρχει εντοιχισμένο γωνιακό αγκωνάρι, με ιδιαιτερότητα,  όπου στη μια εμφανή επιφάνεια υπάρχει σκαλισμένη κτητορική επιγραφή συνοδευόμενη με έλατα και στην άλλη αποτρεπτική με ανθρώπινη κακομούτσινη μορφή,  συμπεριλαμβάνοντας ταυτόχρονα και τις δυο κατηγορίες κοσμικών λιθανάγλυφων.
            Η ανάμειξη ζωικών και ανθρωπίνων χαρακτηριστικών πολλαπλασιάζει την αποτρεπτική δύναμη του συμβολισμού.




Λιθανάγλυφα κοσμικά με χρονολογικές επισημάνσεις και διάφορες διακοσμήσεις






Αποτρεπτικά λιθόγλυπτα με παραστάσεις σαρκοφάγων άγριων ζώων




 Το λιθόγλυπτο φίδι ως φυλακτικό μέσο και η κότα με το ανθρωπόμορφο αυγό






 Λιθόγλυπτοι αντιβασκανικοί γυναικείοι μαστοί που συμβολίζουν την αφθονία των αγαθών





                   Αντιβασκανικές ανθρώπινες κεφαλές


            Στα εκκλησιαστικά λιθανάγλυφα, κυριαρχούν σταυροί διαφόρων τύπων και μορφών, ρόδακες, διάφορες μορφές αγγέλων και των χερουβείμ, η μορφή του τιμώμενου αγίου, σε συνδυασμό τα περισσότερα με κρυφά συνθηματικά σύμβολα των πρώτων χριστιανικών χρόνων, με επιγραφές διάφορες, με χρονολογικές επισημάνσεις καθώς και τα ονόματα των αρχιμαστόρων-λιθογλυπτών.

            Στη νεοελληνική λαϊκή τέχνη δεν υπάρχει έκφραση καθαρά και αποκλειστικά θρησκευτική. Μαγικά στοιχεία, απαντώμενα συνεχώς, δένονται αναπόσπαστα με έννοιες θρησκευτικής φύσης. Οι θεωρούμενες θείες μορφές της λαϊκής τέχνης προκαλούν μονίμως τρόμο με τον τονισμό του «φοβερού» στη μορφή. Με άλλα λόγια δεν υπάρχει έκφραση καθαρά και αποκλειστικά θρησκευτική, καθώς το φοβερό ταυτίζεται με το θείο.





Εκκλησιαστικά λιθανάγλυφα διαφόρων μορφών



ΤΑΚΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ - ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ-ΞΕΧΡΟΝΙΑΣΜΑ
[ Η επίσημη κατάρα της εκκλησίας μας]
Του Τάκη Ευθυμίου

Όταν λέμε αφορισμό εννοούμε κάποια κατάρα που ξεστόμιζε ο παπάς στην εκκλησία κατά διαφόρων δραστών που διέπρατταν κολάσιμες πράξεις. Mόλις γινόταν κάποιο κακό εναντίον συγχωριανών, όπως η κλοπή αντικειμένων μεγάλης αξίας ή η κλοπή ζώων, ο ζημιωθείς ζητούσε τη βοήθεια του παπά για την επανόρθωση της ζημιάς.
     Με την απόλυση της εκκλησίας, ο παπάς σε αυστηρό ύφος ανακοίνωνε στο εκκλησίασμα την τέλεση της αξιόποινης πράξης και ζητούσε από όποιον γνώριζε το δράστη να τον καταμαρτυρήσει. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν για τρεις συνεχόμενες Κυριακές με την απειλή ότι θ’ ακολουθούσε αφορισμός. Βεβαίως, ο παπάς ως καλοκάγαθος που ήταν σε καμία περίπτωση δεν επιθυμούσε την πραγματοποίηση του αφορισμού, αλλά όλα αυτά γινόταν για εκφοβισμό και συμμόρφωση του δράστη.  Ο αφορισμός λέγεται και ξεχρόνιασμα γιατί εάν ο δράστης δεν επανόρθωνε μέσα στη χρονιά εκείνη θα τον έβρισκε οπωσδήποτε κάποιο κακό, ως τιμωρία. Κάποιο μικρότερο κακό θα συνέβαινε και σε όποιον γνώριζε το δράστη και τον απέκρυπτε.  Η εκκλησία σοφά επέβαλε τότε τον αφορισμό, επειδή ο φόβος δρούσε αποτρεπτικά στην εκτέλεση αδικημάτων. 
     Η κατάρα του αφορισμού είναι βαριά και προβλέπει ότι ο αφορισμένος μετά το θάνατό του όχι μόνο δε θα έλιωνε, αλλά θα βρικολάκιαζε κιόλας η ψυχή του και θα περιφερόταν σαν την άδικη κατάρα, δίχως αναπαμό. Το ξεχρόνιασμα διαφέρει από τον αφορισμό επειδή γινόταν στο προαύλιο της εκκλησίας. Ακολουθούσε η παρακάτω διαδικασία που περιελάμβανε και έντονα λαογραφικά χαρακτηριστικά στοιχεία. « Σβηστοκέρι» ονομαζόταν. Ο παθών περιέφερε ένα κερί  στους παρευρισκόμενους με την υποχρέωση ο καθένας με τη σειρά του να  το ανάβει και να το σβήνει φυσώντας το και εκστομίζοντας την εξής κατάρα: «Ο φταίχτης να σβήσει σαν το κερί και να μη χρονιάσει». Στα γειτονικά χωριά το ξεχρόνιασμα γινόταν με μια παραλλαγή. Ο παθών γέμιζε μια μικρή φτσέλα με τσίπουρο και την περιέφερε στο εκκλησίασμα,  υποχρεώνοντάς τους να πίνουν από μια γουλιά και να καταριόνται το δράστη με τη φράση: «Φτου! Και να μη χρονιάσει!». Φυσικά, όποιος αρνιόταν αυτές τις διαδικασίες θεωρούταν ως υποψήφιος δράστης. Βέβαια, ο δράστης για να αποφύγει την προσβολή του ξεχρονιάσματος, όταν πλησίαζε η σειρά του ζητούσε να σταματήσει η διαδικασία, βεβαιώνοντας πως κάτι γνώριζε και θα φρόντιζε για την επανόρθωση της ζημιάς.
     Οι πρόγονοί μας πίστευαν και στη θεία δίκη. Υπήρχαν ένα σωρό περιπτώσεις που, όταν συνέβαινε κακό σε κάποιον άδικο άνθρωπο ή  είχε άσχημο τέλος, ισχυρίζονταν ότι τον τιμώρησε η θεία δίκη.
     Μια χαρακτηριστική περίπτωση «σβηστοκεριού» συνέβη στη Ζιώψη σε καταστροφή μελισσιών. Κατά το ξεχρόνιασμα, ο φερόμενος ως δράστης, αρνούμενος τη διαδικασία αυτομαρτυρήθηκε. Αργότερα πέθανε ξαφνικά ένας από τους γιους του και το θανατικό αποδόθηκε στο ξεχρόνιασμα.
     Το ανάθεμα είναι μια κατάρα που εκστομίζεται από τους Χριστιανούς κατά των αδίκων ανθρώπων, με τη βεβαιότητα ότι έπιανε σα θεία τιμωρία.
     Σήμερα, ο αφορισμός και το ξεχρόνιασμα απαγορεύτηκαν εντελώς, επειδή θεωρήθηκαν ως πληγές αντεκδίκησης και μάλιστα με τη συμμετοχή της επίσημης εκκλησίας.

ΞΟΡΚΙΑ - ΓΗΤΕΙΕΣ
[ Οι μυστηριακές δοξασίες του λαού μας]
Του Τάκη Ευθυμίου
Τα ξόρκια, τα γητέματα, οι γητειές και οι επωδές αποτελούν πολύτιμο λαογραφικό υλικό επειδή αναφέρονται στις δοξασίες του λαού μας και το περιεχόμενό τους συνδέεται σε πολλές περιπτώσεις με το μυθολογικό και θρησκευτικό κόσμο.
            Η συγκέντρωση των γητεμάτων αυτών είναι δύσκολη υπόθεση, αφού επικρατεί η δοξασία ότι το ξόρκι χάνει τη δύναμή του όταν ανακοινωθεί και όταν ο εξορκιστής χρηματιστεί. Αντίθετα διατηρεί την αποτελεσματικότητά του, όταν μεταδίδεται από άντρα σε γυναίκα και αντίστροφα. Οι εξορκιστές λένε τις γητειές ψιθυριστά. Είναι επηρεασμένοι από τα εκκλησιαστικά κείμενα και το ευχολόγιο. Χρησιμοποιούν διάφορα μέσα, όργανα και αντικείμενα, όπως αλάτι, αμίλητο νερό, βδέλλες, δαχτυλίδι, κόκκινο νήμα, κόκαλο νυχτερίδας, κάρβουνα, μαυρομάνικο μαχαίρι και ψαλίδι. Ακόμη χρησιμοποιούν και άλλα μέσα, όπως: το μούτζωμα, το φτύσιμο στο μέτωπο και το …χριστιανικότερο και ισχυρότερο μέσο, το σταύρωμα.
Τα ξόρκια στηρίζονται στη μαγική δύναμη των λέξεων. Μερικές μάλιστα είναι ξενικές, εβραϊκές, αραβικές και γενικά δυσνόητες. Αυτές οι λέξεις είναι μέσο μαγικό που αντιδρούν στα δαιμόνια και στις αρρώστιες καταλυτικά. Στην αρχαιότητα η επωδή αποτελούσε ισχυρότατο μέσο θεραπείας ασθενειών ζώων και ανθρώπων. Ο Όμηρος αναφέρει ότι θεραπεύτηκε πληγή του Οδυσσέα με επωδή.
Στους νεότερους χρόνους και στην εποχή μας, ο λαός μας πιστεύει πως τα ξόρκια πιάνουν ημέρα Πέμπτη  όταν χρησιμοποιούν τα σημάδια, όπως την ώρα, τα μεσάνυχτα, το ολόγιομο φεγγάρι ή τη χασοφεγγιά ή την ηλιόκριση, όταν δηλαδή βασιλεύει ο ήλιος και βγαίνει το φεγγάρι.
Τα ξόρκια είναι πολλά, όσες και οι αρρώστιες που βασανίζουν τα ζωντανά. Οι γεωργοί χρησιμοποιούν τα ξόρκια για τα γεννήματα, τ’ αμπέλια και τα δέντρα τους. Υπάρχουν γητέματα για τα βλαβερά ζώα, όπως τα μυρμήγκια, τα φίδια, τα ποντίκια, τις κάμπιες και τις ακρίδες: «Κάμπιες και σκαθάρια να πάτε στ’ άγρια βουνά, να φάτε πέτρες και λιθάρια».
Ο λαός μας αποδίδει όλες τις φοβερές επιδημίες, πανούκλα, χολέρα, ευλογιά, στα κακά πνεύματα. Γι’ αυτό προσπαθεί να τις αποφύγει με μαγικούς τρόπους. Με το κάρφωμα της αρρώστιας σε δέντρο, με το ζώσιμο του χωριού με βαμβακερό νήμα, με το χάραγμα του χωριού με αλέτρι, με το φράξιμο του μαντριού με σπαραγγιές για να μην αρρωσταίνουν τα ζώα.
Υπήρξε ξεχωριστή τάξη εξορκιστών που είχαν τη δύναμη να διώχνουν τα τελώνια, τα στοιχειά και να γιατρεύουν τις αρρώστιες με τα ξόρκια. Σε πολλά γητέματα αναφέρεται το όνομα του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων Αποστόλων. Δεν έχουν όμως απολύτως καμιά σχέση τα ξόρκια με τους εξορκισμούς της εκκλησίας. Το ξόρκι θεμελιώνεται αποκλειστικά στη μαγική δύναμη των λέξεων.
Δημοσιεύονται παρακάτω δύο ξόρκια που αναφέρονται στο ξεμάτιασμα και είναι γνωστά στο χωριά της Φθιώτιδας,  με μερικές όμως τοπικές παραλλαγές.

1. «Στ’ όνομα τ’ Χριστού ο βασκαμός κατέβη από κακή αβασκασύνη. Και ο Χριστός του απαντάει και τον αρωτάει. Πού πας κακέ αβάσκαντε και κακέ ακαταλόγιστε; Πάω στο δούλο του Θεού… (όνομα τάδε) Αυτού που κίναες να πας τίποτα δε θα του κάν’ ς. Είναι βαφτ’ σμένος, λαδουμένος στο θεό παραδομένος. Θα πας στ’ άγρια τα β’ να Και στ’ άκαρπα δεντρά. Εκεί γάμους δε γένετι, Εκεί νύφη δεν προσκυνάει».

2. «Κάτω στα κατούμενα και στα κατοικούμενα γριά-μανίτσα είχαμε. Στο σχολειό μάς έστελνε γράμματα να μάθουμε. Γράμματα δε μάθαμε και πίσω γυρίσαμε, κρύο νερό πατήσαμε. Βάτραχος ελάλησε το φίδ΄ αντιλάλησε. Και συ κυρά Μαγδαληνή πώς κοιμάσαι μοναχή; Έχω πέτρα, έχω πάφλα, έχω δώδεκα Αποστόλ’ς και τα βαγγέλια ανοιχτά και κοιμάμαι μοναχή. Άρατα τα πέρατα. Σε ξορκίζω με το διάολο να χαθείς».



ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΑΝΑΜΜΑ ΦΩΤΙΑΣ
[Με τον πριόβολο, το στουρνάρι και την ίσκα]
Του Τάκη Ευθυμίου

     Άγνωστο είναι, πώς και πότε ο άνθρωπος κατάφερε ν’ ανάψει φωτιά. Υπάρχει η άποψη, ότι οι άνθρωποι πήραν τη φωτιά από ηφαίστειο ή από πυρκαγιά που προκλήθηκε από κεραυνό, όπως συμβαίνει και σήμερα με τις πρωτόγονες φυλές, που επιζούν ακόμη. Αργότερα, κατάφεραν να την ανάψουν είτε με την τριβή δυο ξερών ξύλων, είτε με το χτύπημα δυο λίθων. Δεν υπάρχει ιστορικό στοιχείο που να δείχνει ότι υπήρξε ανθρώπινη κοινωνία που να μη γνώριζε τη φωτιά.
     Προπολεμικά, οι χωριανοί μας χρησιμοποιούσαν πρωτόγονα σύνεργα για το άναμμα της φωτιάς, δηλ. πριόβολο , στουρνάρι και ίσκα.
     Ο πριόβολος κατασκευαζόταν από σφυρήλατη λίμα. Το σχήμα του διευκόλυνε τη λαβή με το ένα χέρι. Οι ραβδώσεις που έφερε στην εξωτερική του επιφάνεια χρησίμευαν στη δημιουργία σπινθηρισμού, με τα βίαια αλλεπάλληλα χτυπήματα πάνω στη στουρναρίσια πέτρα. Ο πριόβολος ήταν δημιούργημα των σιδεράδων.
     Το στουρνάρι είναι κοκκινόχρωμη συμπαγής πέτρα από τα ψηλά βουνά. Είναι ο πυρίτιος λίθος, η γνωστή τσακμακόπετρα. Αφθονεί στις κοίτες των ποταμών, γιατί παρασύρεται με τα πλημμυρισμένα νερά του από των βουνών. «Στουρνάρι», αποκαλούμε μεταφορικά και τον άξεστο και ακαλλιέργητο άνθρωπο, επειδή ακριβώς μοιάζει με το σκληρό και ακατέργαστο στουρνάρι.
     Η ίσκα είναι τα μυκήλια (μανιτάρια) των μυκήτων του αμπελιού, που μοιάζουν με οπλές αλόγου, έχουν χρώμα σταχτόμαυρο, ξυλώδη σύσταση και παρασιτούν σε διάφορα δέντρα και κυρίως στις μουριές, απ’ όπου τα μαζεύουν οι χωρικοί. Η ίσκα, προτού χρησιμοποιηθεί για προσάναμμα, χρειαζόταν κατάλληλη επεξεργασία για ν’ αργάσει. Την τοποθετούσαν για μερικές ημέρες σε σταχτόνερο, δηλ. αλισίβα και κατόπιν την άφηναν στον ήλιο να στεγνώσει.
     Η διαδικασία ανάμματος της φωτιάς με τον πριόβολο ήταν μεν απλή, αλλά ταυτόχρονα χρονοβόρα. Με το αριστερό χέρι βαστούσαν σε επαφή το στουρνάρι με την ίσκα και με το δεξί χτυπούσαν συνεχόμενα και απότομα τον πριόβολο πάνω στο στουρνάρι, οπότε δημιουργούνταν σπίθες, οι οποίες άναβαν την ίσκα. Τη διατηρούσαν αναμμένη φυσώντας την και στη συνέχεια άναβαν το τσιμπούκι τους ή τα προσανάμματα για τη φωτιά του σπιτιού.
     Αργότερα εμφανίστηκαν τα τσακμάκια με το φιτίλι και τα σπίρτα που απλούστευσαν τη διαδικασία ανάμματος της φωτιάς. Σήμερα, ο πριόβολος εξακολουθεί να χρησιμοποιείται για το ακόνισμα του σουγιά, των μαχαιριών και γενικά των αιχμηρών αντικειμένων.



ΣΚΙΑΧΤΡΑ
[ Οι αχυρένιοι φύλακες των αγρών]
Του Τάκη Ευθυμίου
     Τα  σκιάχτρα  είναι οι προαιώνιοι και αμετακίνητοι φύλακες των καλλιεργήσιμων αγρών.  Παραγεμισμένα  με ταπεινό  άχυρο & ντυμένα με αλλόκοτες στολές, αποτελούν το  φόβητρο  για  τα  πουλιά,  τα  τρωκτικά  αλλά και για όσα θηράματα  επιβουλεύονται  τους πλούσιους καρπούς και τη σοδειά των αγροτών.   Αποπνέουν   άλλοτε   φόβο   και άλλοτε    συμπάθεια,   γι’  αυτό   ενέπνευσαν πανάρχαια    μαγικοθρησκευτικά   δρώμενα, αποθανατίστηκαν  σε βιβλία,  ταινίες και σε παιχνίδια. Τα σκιάχτρα, όμως, δε νοιάζονται για   προβολή  και  δόξα,   παρά  μονάχα  να  συμβάλλουν  στην  αεράμυνα  και  στην  από εδάφους     αναχαίτιση     των     λαίμαργων εισβολέων.
     Όλοι  μας,  λίγο – πολύ, από την παιδική μας     ηλικία      κουβαλάμε      μέσα      μας παραστάσεις που σχετίζονται με την ύπαρξη των σκιάχτρων,  συνήθως με τη μορφή  ενός αόρατου φόβου.   Ακόμη,  μερικοί  από  εμάς  συμμετείχαμε   στη    διαδικασία κατασκευής και   τοποθέτησης    κάποιου    αυτοσχέδιου   σκιάχτρου σε  περίοπτη θέση του αγρού μας, για  καθαρά  αποτρεπτικούς   λόγους  έναντι των     επίδοξων    αρπακτικών.   Δεκάδες πολύχρωμα και πολύμορφα σκιάχτρα φρουρούσαν τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις των χωριών μας παλιότερα και κυρίως τα μποστάνια με τα γλυκύτατα πεπόνια. Σήμερα, ελάχιστα εντοπίζονται μιας και οι καλλιέργειες περιορίστηκαν και τα αρπακτικά αφανίστηκαν. Σκιάχτρο σύμφωνα με τις εγκυκλοπαίδειες, είναι κάθε τι που χρησιμοποιείται για εκφοβισμό. Αναφερόμενο στον άνθρωπο, ορίζει τον κακοποιό και μεταφορικά τον άσχημο άνδρα ή γυναίκα. Σκιάχτρο είναι το μέσο αποτροπής πτηνών και τρωκτικών από τους αμπελώνες, τους κήπους και του αγρούς. Κατασκευάζεται από κουρέλια και ανθρώπινα ομοιώματα.
     Η πρωταρχική χρήση των σκιάχτρων ήταν και παραμένει αποτρεπτική. Εκτός όμως από φρουρούς της σοδειάς, αποτελούν και κεντρικά πρόσωπα σε δραματικές ιεροπραξίες που φθάνουν μέχρι τις μέρες μας. Ως κατασκευή, αλλά και ως λέξη, το σκιάχτρο ακολουθεί τον άνθρωπο από τα πρώτα του βήματα. Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν σε πολλά έργα τους τα μορμολύκεια που προέρχονται από τη Μορμώ, ένα κακοποιό πνεύμα με ακαθόριστες ιδιότητες. Εξαιτίας του δαιμονικού αυτού, οι αρχαίοι πρόγονοί μας αποκαλούσαν μορμορωπό κάθε φοβερό στην όψη πλάσμα, μαζί και τα σκιάχτρα που έστηναν στα χωράφια τους.
     Τα σκιάχτρα της αρχαίας Ελλάδας διατηρήθηκαν αιώνες και επέζησαν μέχρι τις μέρες μας, κουβαλώντας τον ίδιο πάντα τελετουργικό χαρακτήρα.
     Οι ενδυματολογικές επιλογές περιέχουν, συχνά, τις πιο παράξενες δοξασίες. Πιστεύεται ότι τα σκιάχτρα είναι περισσότερο αποτελεσματικά αν τους φορέσουν ρούχα ενός κυνηγού, που φημίζεται για τη σκοπευτική του δεινότητα!  Ομοίως, οι προβιές και οι σκελετοί θηραμάτων εχθρικών προς τους εισβολείς (Π.χ. λύκου, φιδιού ή κουκουβάγιας) πιστεύεται πως αναβαθμίζουν……το ρόλο του σκιάχτρου.
     Τα σκιάχτρα ζουν στον αστερισμό της δεύτερης χρήσης. Φορούν πράγματα που έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί. Προπαγανδίζουν με τον τρόπο τους  τα αγαθά της ανακύκλωσης, φορώντας στολές από τα πιο ετερόκλητα απορρίμματα. Είναι φύλακες – κελεπούρια και συμφέρουν από πολλές απόψεις: δε στοιχίζουν τίποτα, δεν έχουν απαιτήσεις, κατασκευάζονται με κέφι και μεράκι. Το σκιάχτρο είναι η έκφραση της ανθρώπινης φαντασίας. Για τους αγρότες και τους ιδιοκτήτες φυτωρίων και κήπων, η δημιουργική έκφραση βρίσκει λαμπρό πεδίο στην κατασκευή αυτών των ομοιωμάτων. Είναι τα ανώνυμα έργα απαράμιλλης λαϊκής τέχνης από στάχυα, λινάτσες, πλαστικά, τενεκέδες και παλιόρουχα.
     Στις εικονογραφήσεις παλιών εκδόσεων, τα σκιάχτρα εμφανίζονται με απλωμένα χέρια, σε μια επίδειξη δέους και τρόμου.
     Οι αχυρένιοι φρουροί έχουν γίνει παιχνίδια, παραμύθια, ταινίες και τραγούδια απαλλαγμένα από το στίγμα του φόβου. Από τις παιδικές μπομπονιέρες – μικρογραφίες σκιάχτρων με φυσικά υλικά, μέχρι τα διάσημα σκιάχτρα γνωστών παραμυθιών και κινηματογραφικών ταινιών, τα φόβητρα των αγρών μετατρέπονται σε δημοφιλείς ήρωες.
     Σήμερα, τα σκιάχτρα δεν κατάφεραν, φυσικά, να γεμίσουν το αχυρένιο τους κεφάλι με μυαλό. Βρήκαν όμως τον τρόπο να ανατρέψουν τα δεδομένα, ν’ αλλάξουν ριζικά ρόλο και να γίνουν οι κράχτες που , αντί να διώχνουν, προσκαλούν με τη φιλική τους εικόνα! Είναι τα σκιάχτρα που ξεφυτρώνουν στις εισόδους εξοχικών κέντρων, μαγαζιών με οπωροκηπευτικά προϊόντα φυτωρίων και ανθοπωλείων, διαφημίζοντας με την παρουσία τους τα εμπορεύματα του χώρου.
     Δίχως άλλο όμως, τα σκιάχτρα σε όλη την πορεία τους αποτέλεσαν αναπόσπαστο μέρος της αγροτικής ζωής, αναλαμβάνοντας πάντα αδιαμαρτύρητα το γνήσιο αποτρεπτικό τους ρόλο. Οι χωριανοί μας, έτσι τα θυμούνται και αναμφίβολα, γι’ αυτόν το ρόλο τους τα χρειάζονται.

ΥΨΩΜΕΝΑ ΔΕΝΤΡΑ
[ Tα σύμβολα προστασίας από κάθε κακό]
Του Τάκη Ευθυμίου

Τα υψωμένα δέντρα ήταν τα πανάρχαια σύμβολα της θρησκευτικής πίστης των προγόνων μας που προστάτευαν το χωριό από κάθε κακό, όπως από  ληστές,  σεισμούς, θανατηφόρες αρρώστιες, επιδημίες, ξωτικά και κακά πνεύματα.
            Μόλις οι κάτοικοι κάποιου χωριού αντιλαμβάνονταν ότι στα γειτονικά χωριά κυκλοφορούσε κάποια αγιάτρευτη επιδημία, έπρεπε να υψωθεί δέντρο για να τους προστατεύσει  από την εμφάνισή της. Έτσι, όριζαν τη μέρα που θα γινόταν η τελετή ύψωσης. Ύστερα από ολονύχτια ακάθιστη ακολουθία, επακολουθούσε η θεία λειτουργία και αγιαζόταν ο άρτος, δηλ. το ύψωμα. Στο τέλος κοινωνούσαν όλοι τη θεία μετάληψη και γινόταν η περιφορά της εικόνας του Αγίου Νικολάου, καθώς και του Αγίου Παντελεήμονα του Ιαματικού και σταματούσαν σε κάποια είσοδο του χωριού.
Εκεί, οι γεροντότεροι επέλεγαν το μεγαλοπρεπέστερο δέντρο που θα ύψωναν και ο σεβασμιότερος κάτοικος, με την αρίδα άνοιγε στον κορμό του δέντρου τέσσερις τρύπες σε σχήμα σταυρού ή με ένα μαχαιράκι χάραζε στη φλούδα του το σύμβολο του σταυρού και σκάλιζε ένα κοίλωμα,  όπου τοποθετούσε το ύψωμα. Στη συνέχεια το σφράγιζε με κηρομαστίχα από ντόπιο μονόχρονο μελίσσι. Έτσι, το αντίδωρο προφυλασσόταν από τα έντομα και τις άσχημες καιρικές συνθήκες. Η πληγή του δέντρου με τον καιρό έθρεφε και χώνευε το αντίδωρο που καθαγίαζε και προσέδιδε προστατευτικές ιδιότητες στο υψωμένο δέντρο. Κανείς δεν επιτρεπόταν να το αγγίξει και το προστάτευαν με κάθε τρόπο.
            Η θρησκευτική φράση: « Η πίστη σώζει» έβρισκε απόλυτη εφαρμογή στη διαδικασία ύψωσης δέντρων από τους προπάτορές μας.


ΤΟ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟ
[ Διανθισμένο από προλήψεις και δοξασίες ]
Του Τάκη Ευθυμίου
   
Οι πρόγονοί μας, βαθιά θρησκευόμενοι, γνώριζαν και τηρούσαν ευλαβικά το εορτολόγιο σύμφωνα με τις προλήψεις, δοξασίες και δεισιδαιμονίες που κουβαλούσαν ριζωμένες μέσα τους. Ας δούμε αναλυτικά τις σπουδαιότερες βαριές και αλαφριές γιορτές των Αγίων της Χριστιανικής θρησκείας μας που γιορτάζονται κατά εποχή:
Οι γιορτές της Άνοιξης
     Τη βδομάδα της Λαμπρής που αρχίζει την Κυριακή του Πάσχα και τελειώνει του Θωμά, την ονόμαζαν Μεγαλοβδόμαδο ή Λαμπροβδόμαδο.Το Μεγαλοβδόμαδο αρχίζει του Λαζάρου στον Εσπερινό. Τότε, οι νυφάδες της χρονιάς εκείνης φέρνουν και τα βάϊα στη εκκλησία μέσα σε κανίστρι. Απ’ αυτά μοιράζει ο παπάς στους χριστιανούς. Καμία καθημερινή μέρα του Μεγαλοβδόμαδου δε φυλάνε οι χωρικοί, εκτός της Μεγάλης Παρασκευής. Το Ασπροβδόμαδο το φυλάνε και δεν πηγαίνουν για δουλειές στα χωράφια. Δούλεψες χωράφι το Λαμπροήμερο; το χαλάζι θα χαλάσει τα σπαρτά σου, λένε. Την Πρωτομαγιά, επίσης, γιορτάζουν. Σηκώνονται πριν χαράξει για να πιάσουν το Μάη. Γυναίκες, παιδιά, άντρες είναι στο πόδι. Οι γυναίκες πήγαιναν παλιά στη βρύση για να πάρουν φρέσκο νερό. Τα κορίτσια τ’ ανύπαντρα άπλωναν στο μπαλκόνι ή στο φράκτη τα προικιά τους, για να πάρουν μάια να μην τα κόβει ο σκώρος. Όλοι μαζί έπειτα πήγαιναν στην εξοχή για να νιφτούν με τη δροσιά των χορταριών. Έκοβαν σπαρτολούλουδα κίτρινα και έπλεκαν στεφάνια. Τα στεφάνια αυτά τα κρεμούσαν στις πόρτες , όπως και σήμερα. Τα πορτοπαράθυρα τ’ άνοιγαν διάπλατα για να μπαίνει ο Μάης μέσα. Στις 8 του Μάη είναι η μνήμη του Αη  Γιάννη του Θεολόγου, όπου οι χωρικοί τρέμουν να πιάσουν δουλειά για να μη στείλει χαλάζι ο άγιος, γι’ αυτό τον έλεγαν και Αη Γιάννη  Χαλαζιά.

Οι γιορτές του Καλοκαιριού
     Στις 24 του Θεριστή οι χωριανοί μας γιορτάζουν τον Αη Γιάννη το Ριγανά. Τότε, δε δουλεύουν και πρωί-πρωί οι γυναίκες πηγαίνουν και μαζεύουν ρίγανη που είναι ανθισμένη. Την κρεμούν στο σπίτι  να ωριμάσει  για να ριγανιάζουν τα φαγητά. Οι μελισσοκόμοι ονομάζουν τον Αη Γιάννη και Μελά, γιατί τη μέρα αυτή πρωτοκουρεύουν, δηλ. τρυγούν μερικά μελίσσια για  καλοσκαίρισμα. Την 1η του Αλωνάρη γιορτάζουν οι Άγιοι Ανάργυροι. Επειδή οι Άγιοι Ανάργυροι ήταν γιατροί και θεράπευαν τον κόσμο δίχως την αμοιβή των αργυρίων, οι χωρικοί τη μέρα αυτή τη φυλάνε, δε δουλεύουν.Τη γιορτή της Αγια-Μαρίνας τη σέβονται και  έχουν αργία. Εκκλησιάζονται και ο παπάς διαβάζει τις ευχές του Αη Τρύφωνα για τα σκαθάρια που καταστρέφουν τα σπαρτά. Παίρνουν αγίασμα  και ραντίζουν τα χωράφια για το σκουλήκι. Του Αη Λια,  που τον γιορτάζουν στις 20 του Αλωνάρη, πιστεύουν πως: «Τ’ Αη Λιος γυρίζει ο καιρός αλλιώς!» για να δείξουν πως ο καλοκαιριάτικος καιρός παραχωρεί τη θέση του στο φθινοπωριάτικο καιρό. Όσοι έχουν αμπέλια τα επισκέπτονται αυτή τη μέρα για να δουν, αν φάνηκαν (ωρίμασαν) ράγες και γεμίζουν το μαντήλι τους παρδαλά σταφύλια για καλοσκαίρισμα. Γι’ αυτό έλεγαν: «Τ’ Αη Λιος με το μαντήλι, της Σωτήρος με το κοφίνι». Της Αγίας Παρασκευής γίνεται ξακουστό πανηγύρι στο ανακαινισμένο ξωκλήσι από την παραμονή το βράδυ με δημοτική ορχήστρα. Οι δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου είναι τα Δρίματα. Τότε, οι γυναίκες δεν πλένουν, διότι τα ρούχα τα κόβει ο σκώρος. Ούτε ξύλα κόβουν για στέγες και φράxτες, γιατί σαρακώνονται.
Τα Δρίματα είναι πολύ σημαντικά για τους χωρικούς, επειδή από τις δώδεκα πρώτες μέρες του Αυγούστου μαντεύουν τα μερομήνια, δηλ. τι καιρό θα κάνει κάθε μήνα ανάλογα με τον καιρό που θα κάνει κάθε μέρα αυτό το διάστημα. Της Παναγίας είναι το κατ’ εξοχήν δεκαπενταυγουστιάτικο πανηγύρι, είναι το αγαπημένο πανηγύρι όλων των χριστιανών  που γιορτάζεται με εξαιρετική μεγαλοπρέπεια. Στις 29 Αυγούστου τιμάται ο αποκεφαλισμός του Αη Γιάννη Προδρόμου  του νηστευτή με αυστηρή νηστεία και σεβασμό απ’ όλους τους χωρικούς μας.

Οι γιορτές του Χινοπώρου
     Στις 8 Σεπτεμβρίου είναι το γενέθλιο της Παναγίας. Οι χωρικοί την ονομάζουν Παναγία Αποσοδειά, γιατί τότε αποσώνονται οι σοδειές. Στις 14 του Σταυρού είναι μεγάλη νηστεία και ούτε λάδι δεν κάνει να φάνε. Τη μέρα αυτή δε δουλεύουν, παρά μονάχα πηγαίνουν στ’ αμπέλια και φέρνουν λίγα σταφύλια. Στις 26 Σεπτεμβρίου γιορτάζεται ο Αη Γιάννης ο Καλαθάς, γιατί πίστευαν πως τη μέρα αυτή ο Αη Γιάννης ο Θεολόγος έφτιαχνε τα καλάθια τους για να τρυγήσουν τ’ αμπέλια. Τον Οχτώβρη έχουμε τη γιορτή του Αη Δημήτρη που τη γιορτάζουν με μεγαλοπρέπεια. Στις 11 Νοεμβρίου οι τσοπαναραίοι και οι γεωργοί τιμάνε τον Αη Μηνά. Τη μέρα αυτή οι γυναίκες «έραβαν» τις κουτσομπόλες. Δηλαδή, έπαιρναν ένα κομμάτι ύφασμα και βελόνα με κλωστή και άρχιζαν να περνάνε βελονιές και λέγανε ότι ράβανε το στόμα της τάδε κουτσομπόλας. Έτσι, έραβαν τα κακά στόματα του χωριού για να ησυχάσει ο κόσμος. Στις 12 Νοεμβρίου είναι τα  Εισόδια της Θεοτόκου και οι χωρικοί γιορτάζουν την  Πολυσπορίτισσα ή Μεσοσπορίτισσα. Παίρνουν πολυσπόρια, όπως: σιτάρι, καλαμπόκι, ρεβύθια, φασόλια, τα βράζουν και τα τρώνε για τα χρόνια πολλά. Στις 30 Νοεμβρίου είναι του Αη Αντριός και οι γεωργοί τον φυλάνε, γιατί αυτός αντριεύει τα σπαρτά τους.

Οι γιορτές του Χειμώνα
     Μπρος-πίσω τ΄Αη Νικόλα είναι ο χειμώνας έλεγαν οι παλιοί.
     Η σπουδαιότερη χειμωνιάτικη γιορτή είναι τα Χριστούγεννα, του Χστού όπως τα λέγανε. Είναι ημέρα χαράς και αυτή και όλο το Δωδεκαήμερο, γιατί τότε σφάζουν το γουρούνι και απολαμβάνουν τις νοστιμιές του. Σχολάζοντας η εκκλησία το πρωί των Χριστουγέννων ο παπάς σηκώνει το ύψωμα για τους εορτάζοντες. Την Πρωτοχρονιά οι παλιοί τάιζαν τη βρύση με πολυσπόρια για να τρέχει το βιος όπως το νερό. Την ημέρα των Φώτων όλοι οι χωριανοί μας ραντίζουν τα χωράφια και τ’ αμπέλια τους με μεγάλο αγιασμό. Επίσης, τιμούν με σεβασμό και τις άλλες γιορτές του Γεναριού , τ’ Αη Αντωνιού στις 17, τ’ Αη Θανασιού στις 18, τ’ Αη Θυμιού στις 20, τ’ Αη Γρηγορίου στις 25, τ’ Αη Χρυσοστόμου στις 27 και των Τριών Ιεραρχών στις 30.Την πρώτη Φεβρουαρίου είναι τ’ Αη Τρύφωνα. Αλαφριά γιορτή ,όμως οι γεωργοί τη φυλάνε για το ποντίκι. Την Παπαντή στις 2,  επίσης, τη φυλάνε για το χαλάζι. Ό,τι καιρό κάνει αυτή τη μέρα, θα κάνει σαράντα μέρες συνέχεια. Τη γιορτή του Αη Βλάση στις 11 του Φλεβάρη τη φυλάνε και δε φορτώνουν ζώα, διότι ο άγιος τα πνίγει στα ποτάμια. Το Μάρτη, συνήθως, πέφτουν οι Μεγάλες Αποκριές που τις γιορτάζουν με παγανιστικά κατάλοιπα. Τις χωρίζουν σε Κρεαταπόκριες που τρώνε κρέας και σε Τυραπόκριες που τρώνε μόνο γαλακτερά. Την Καθαρή Δευτέρα νηστεύουν για να μην πέφτει χαλάζι. Τη Μεγάλη Σαρακοστή τη φυλάγανε παλιά ολόκληρη για να φάνε με όρεξη τ’ αρνί το Πάσχα. Την ευσέβειά τους οι χωριανοί μας τη δείχνουν με το σημείο του Σταυρού που κάνουν όταν περνούν μπροστά από την εκκλησία και τα εικονίσματα.

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

ΤΑΚΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ - ΑΡΧΕΙΑΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

ΑΡΧΕΙΑΚΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ
ΑΠΟ ΤΗ ΖΙΩΨΗ & ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΕΩΡΓΙΟ
(Του Τάκη Ευθυμίου)

   Ασπρόκαμπος 1939. Πασχαλιάτικο γλέντι πριν τη στράτευση των νέων,
λίγο προτού ξεσπάσει ο πόλεμος, το 1939.



 Κάτοικοι της Ζιώψης & του Αγίου Γεωργίου
σε μια ανάπαυλα της πορείας τους για προσκύνημα
στο μοναστήρι της παναγίας της  Προυσιώτισσας.


Ο θέρος, αν και κουραστική γεωργική εργασία, αναμενόταν με ανυπομονησία από τους γεωργούς, αφού τότε αμείβονταν οι κόποι τους. Παραπάνω γραφικό στιγμιότυπο από θερισμό σιτηρών στα ψωμοτόπια της γενέτειράς μας από τους αδερφούς Γεώργιο και Σταύρο Κορέλη, συντροφιά με τις γυναίκες τους (1961).


  Στον Αη Γιάννη το Νηστευτή οι λεβεντονιοί απολαμβάνουν την παρέα τους.
 Από αριστερά: Τσιαχρής Βάγγιος, Πατρίκαλος Γιώργος, Κατσαρής και Προβόγιαννος από το Παλαιόκαστρο.
Ανάμεσά τους η Βαγγελιώ Ζιώγα, το 1950.


  Η Μαρία Αντωνοπούλου και η Χρύσω Ριτσώνη ποτίζουν τις αγελάδες τους
στις παλιές βρυσομάνες της Ζιώψης, το 1970.


Η χαρά του κυνηγού είναι να σκοτώσει λαγό, με τη βοήθεια του κυνηγόσκυλου.
Εδώ ο Γεροθανάσης Βασίλης  μια χαρά  τα κατάφερε στα πλούσια πάτρια κυνηγοτόπια (1970).

Η πορεία προς τη συντροφικότητα.
 Γαμήλια τελετή, όπου η νύφη Ευγενία καβάλα σε άσπρο άλογο
πορεύεται από τον Αη Γιώργη στη Ζιώψη,
για να συναντήσει το γαμπρό Κώστα Θεοδοσόπουλο,  το 1955.



Ο Κ. Αλεξίου ή «Γυφτοστέργιος», αν και ξενοχωρίτης, συμμετείχε ενεργά με το βιολί του σε όλες τις χαρούμενες εκδηλώσεις των κατοίκων της Ζιώψης. Υπήρξε γραφική φυσιογνωμία, όμως,  ήταν αγαπητός σε όλους  για την απλότητά του και για τη δεξιοτεχνία, που έπαιζε  το βιολί του.


  Γάμος στο Λυτόσελο με ντόπια νύφη και γαμπρό από τη Ζιώψη.
Ο χρόνος θάμπωσε τις μνήμες και είναι δύσκολο ν’ αναγνωριστούν πρόσωπα και  γεγονότα εκείνης της εποχής.


Γάμος στο Λυτόσελο με ντόπια νύφη και γαμπρό από τη Ζιώψη.
Ο χρόνος θάμπωσε τις μνήμες και είναι δύσκολο ν’ αναγνωριστούν
πρόσωπα και  γεγονότα εκείνης της εποχής.






Δεκαετία του 1950. Ομορφοντυμένοι νεαροί της Ζιώψης χορεύουν σε χωμάτινη αυλή, συνοδεία γραμμόφωνου. Πρώτος σέρνει  το χορό ο Γιάννης Β. Γόνης και ακολουθούν: Νίκος Κουτσούμπας,  Βαγγέλης  Αντωνόπουλος,  Ηλίας Αντωνόπουλος και  Πάνος Β. Γόνης.




Το πρώτο παλιό ξωκλήσι του Αη-Χαράλαμπου που έχτισε ο Σεραφείμ Προβόπουλος, γερασμένο απ’ το χρόνο.  Εκεί τα πρώτα χρόνια, στη μνήμη του αγίου, γινόταν κανονικό, τρικούβερτο πανηγύρι, όπου  ο κόσμος της Ζιώψης συμμετείχε μαζικά, πίνοντας και διασκεδάζοντας ως το σούρουπο.





Ο Γιώργος Τσώνος, στη δεκαετία του ‘50, στην Αγία Παρασκευή, όπου εξυπηρετούσε  τους πανηγυριώτες με νόστιμα ψητά και γλυκόπιοτο κρασί. Στο φωτογραφικό στιγμιότυπο, ο ίδιος με τους χωριανούς του Γεωργούλα Γεωργαντά και Μήτσο Μητσάκη




Το παραδοσιακό σφάξιμο του γουρουνιού με τη χαντζάρα από τον Γεροθανάση Βασίλη
και άλλους συγχωριανούς του στη δεκαετία του 1960.



Παραδοσιακή, ντόπια ορχήστρα, αποτελούμενη από τους: Σπύρο Συλεούνη (βιολί), Βασίλη Συλεούνη (κλαρίνο), Λαμπράκη Κουμαντάνο (Σαντούρι-σβάρνα), Βαγγέλη Ριτσώνη (λαούτο), που συνόδευε πάντα τους πανηγυριώτες στο χορό.




Μετά το προσκύνημα στους Αγίους Αποστόλους, οι χωριανοί μαζεύονταν κάτω
απ’ τις γέρικες, βακούφικες βελανιδιές και διασκέδαζαν σαν μια συντροφιά.




Μια χαρούμενη αγκαλιά οι Θεοδοσοπουλαίοι – Καρκαναίοι - Προβοπουλαίοι και άλλοι πανηγυριώτες γευματίζουν κάτω από τις γέρικες βελανιδιές στον Αη-Γιάννη, το 1959.




Πανηγυριώτικη συντροφιά, από δεκατρία άτομα που διακρίνονται στη φωτογραφία, 
διασκεδάζει με φαγοπότι και με τους γλυκούς ήχους των παραδοσιακών οργάνων.


  Ο αραμπατζής Πατρίκαλος Κώστας με την ιδιόκτητη άμαξά του, που την έσερναν τρία γεροδεμένα άτια, εξυπηρετούσε τους κατοίκους του Αη-Γιώργη και των περιχώρων στις μεταφορές τους, από το 1925.




Αγιωργίτες  εργάτες  κατασκευάζουν  παλαίστρες στο  Σπερχειό στη δεκαετία του 1950. 
Εδώ  ξεκουράζονται και κολατσίζουν στον  αφιλόξενο  χαλιά του ποταμού.




Η γερόντισσα Ελένη Λ. Καρκανοπούλου οργώνει τα σιταροχώραφα,
με το  ξύλινο αλέτρι  και το  υνί που το  σέρνουν  τα γαϊδουράκια της,  στου  Στρωμνού και  στα Λιβάδια.


  Ο παραδοσιακός αλωνισμός με άλογο σε αλωνότοπο στις Μανώλες,
όπου κατοικούσε ο εικονιζόμενος, αριστερά, Γεροθανάσης Βασίλης.

 Ο Αλέξανδρος Θεοδοσόπουλος  ντυμένος τη βλάχικη κάπα του τσέλιγκα Γιώργου Αντωνόπουλου.


Φιλικό συναπάντημα στον παραδοσιακό καφενέ
του αείμνηστου Γιώργου Τσώνου, στη δεκαετία του 1970.

 
Αγιωργίτες και Αγιωργίτισσες διασκεδάζουν στο πανηγύρι της Παναγίας.


Αγιωργίτες κυνηγοί παίρνουν μια ανάσα στα πάτρια κυνηγοτόπια.


Βαρυχειμωνιά στη δεκαετία του 1950 στο χωριό μας.

ΤΑΚΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ - ΖΙΩΨΗ

                              Η Ζιώψη στο χώρο και στο χρόνο           
Η Ζιώψη, βρισκόταν χτισμένη σε πανοραμική θέση στις δυτικές πλαγιές της Όθρης, σε υψόµετρο 650 µ. Οι πρώτοι κάτοικοί της εµφανίσθηκαν πριν το 1800. Σύµφωνα µε µαρτυρίες, αλλά και χάρτη εποχής του Γάλλου περιηγητή Πουκεβίλ, που επισκέφθηκε την περιοχή µας, η πρωταρχική ονοµασία του χωριού εµφανίζεται ως Ζόπα και είναι πιθανότατα σλαβικής ρίζας και προέλευσης. Αργότερα και πριν την επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται ως Ζόπεση. Μετά την ανεξαρτησία της πατρίδας µας από τους Τούρκους, έλαβε την οριστική ονοµασία Ζιώψη, από παραφθορά αυτών των λέξεων: Ζόπα - Ζόπεση - Ζιώψη. Για την ονοµασία της επικρατούσε µεταξύ των κατοίκων της και άλλη άποψη, ότι, δηλαδή, οφείλεται στη σύνθεση των λέξεων: ζωή και όψη, επειδή ακριβώς το χωριό παρoυσίασε κάποτε έντονη ζωτική δραστηριότητα, ύστερα από περίοδο παρακµής. Μάλιστα, επί τουρκοκρατίας, η Ζιώψη ήταν το κέντρο συγκέντρωσης των σιτηρών της περιοχής και τροφοδοτούσε (έδινε ζωή = Ζιώψη) όλους τους κατοίκους των γειτονικών χωριών. Το βέβαιο είναι ότι η συχνή επανάληψη των λέξεων Ζόπα - Ζόπεση ή ζωή και όψη στις συζητήσεις, καθώς και η επίδραση της ρoυµελιώτικης ντοπιολαλιάς, έπλασαν την oνoµασία Zιώψη.

Η Ζιώψη, ως οικισµός, µέχρι την επανάσταση του 1821, βρισκόταν αποµονωµένη στην απόκρυφη θέση Μπζιάκα, όπου σήµερα διέρχεται το κλησόρεµα και επεκτεινόταν νότια, µέχρι το ξωκλήσι του Αη - Θανάση, µακριά από την αρπακτική διάθεση και επιρροή των αλλόθρησκων Τούρκων. Ως αποµεινάρια αυτού του παλιότερου οικισµού σώζονταν, µέχρι πρόσφατα, µαυροσκαµνιές και τάφοι, που φανέρωναν την ύπαρξη νεκροταφείου.



 Η συμμετοχή των κατοίκων στους αγώνες
για την ελευθερία
 Αθρόα και γενναία υπήρξε και η συμμετοχή των κατοίκων της Ζιώψης στην επανάσταση του 1821. Σαράντα εννέα απ' αυτούς είναι καταγεγραμμένοι στα Αρχεία Αγωνιστών της Επανάστασης του 1821, που βρίσκoνται στην Εθνική Βιβλιοθήκη, καθώς και στο Αρχείο Αριστείων του κράτους. Οι ίδιοι οι αγωνιστές, ως κάτοικοι της Ζιώψης, είχαν υποβάλει με αίτησή τους τα πιστοποιητικά οπλαρχηγών στο τότε Υπουργείο Πολέμου, κατά τα έτη 1843-44, και έλαβαν, τιμής ένεκεν, βαθμoύς αξιωματικών, καθώς σιδερένια και χάλκινα αριστεία, για την προσφορά τους στην πατρίδα. Ορισμένα επίθετα αυτών των αγωνιστών διατηρήθηκαν και μεταβιβάσθηκαν αυτούσια στους σημερινούς απογόνους τους. Αυτά είναι: Γόνης, Θεοδοσόπουλος, Θεοδωρόπουλος ή Κοτσώνης, Kαλύβας, Καραγιάννης, Καρκάνης, Καρκανόπουλος, Κορέλης, Παπαδόπουλος, Προβό-πουλος και Στεφανής. Τα άλλα ή λησμονήθηκαν, επειδή μετοίκησαν ή μεταλ-λάχθηκαν όπως από Αϋφαντής, σε Υφαντής και  από Λουτόπουλος, σε Λυτό-πουλος. Αναλυτική μνεία για όλους αυτούς τους αγωνιστές κάνει ο Νικόλαος Κ. Αντωνόπουλος στο βιβλίo του: «Η Δυτική Φθιώτιδα στη Φωτιά του ‘21».
Μετά την απελευθέρωση από του Τούρκους, όπως όλη η ορεινή ύπαιθρος του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, έτσι, και η Ζιώψη υπέφερε από τις αρπαχτικές επιδρομές των ληστοσυμμοριτών, που κατέφευγαν εκεί, για να γλιτώσουν τη σύλληψη από τα απoσπάσματα Εθνοφυλακής. Οι πιο επικίνδυνοι λήσταρχοι που έδρασαν στην περιοχή μας, τότε, ήταν: ο Πατσιαούρας, ο Γουλοκώστας, ο Παρούσης, ο Κουρέλης, ο Μασόλας, ο Γεωργαλής, ο Αρκουμάνης, ο Καραχάλιος, ο Xoλέβας, ο Koυκoβίνoς, ο Κυριάκος, ο Χοσάδας και ο Γιαταγάνας. Όλοι τους ήταν ανεπιθύμητοι και οι κάτοικοι εκστόμιζαν εναντίον τους βαριές κατάρες. Το τέλος τους ήταν τραγικό. Ή σκοτώνονταν στις ενέδρες της Εθνοφυλακής ή σάπιζαν στις φυλακές των Σαλώνων.
Αλλά και στους επόμενους πολέμους, που ταλάνισαν την πατρίδα μας, οι κάτοικοι της Ζιώψης έδωσαν δυναμικά το παρόν. Στους Βαλκανικούς πολέμους των ετών 1912­-1913, πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της ελευθερίας εφτά (7) νέοι της Ζιώψης.
Στη Μικρασιατική εκστρατεία (1918-1922), επίσημα, εμφανίζονται να έχασαν τη ζωή τους στα πεδία των μαχών είκοσι δύο (22), συνολικά, προγονοί μας. Τυχεροί φάνηκαν όσοι κατάφεραν να επιστρέψουν ζωντανοί στο χωριό τους. Φυσικά, αρκετοί απ' αυτούς γύρισαν σακάτηδες.
Με την ανασύσταση του νέου ελληνικού κράτους, τόσο ο Καποδίστριας, όσο και η Αντιβασιλεία με τον Όθωνα εργάσθηκαν με ζήλο, είναι αλήθεια, για τη δημιουργία τακτικού ελληνικού στρατού στα ευρωπαϊκά πρότυπα. Εκείνο που θεωρείται αξιοπρόσεχτο, όσον αφορά την υποχρεωτική θητεία, είναι ο θεσμός της αντικατάστασης κληρωτών, που επέτρεπε σε κάποιον ν' αντικαθίσταται από κάποιον άλλο, με κοινά αποδεκτούς όρους, που επικυρώνονταν ενώπιον συμβολαιογράφου. Ο θεσμός της αντικατάστασης στρατευσίμων υπήρξε συνη-θισμένο φαινόμενο, επειδή τα κίνητρα δοσοληψίας ήταν δελεαστικά. Οι καλοστεκούμενοι οικονομικά νοικοκυραίοι αναζητούσαν αντικαταστάτες από τις ορεινές κοινότητες, προσφέροντάς τους αξιόλογα ποσά, για την εποχή εκείνη. Αυτόματα, γύρω απ' αυτή την υπόθεση δραστηριοποιήθηκε ένας μικρόκοσμος από εγγυητές, οικονομικούς παράγοντες, νομικούς κλπ. Η υπόθεση, όμως, αυτή δοκιμάστηκε ως προς την αξιοπιστία της, ξεπερνώντας, συχνά, τα όρια της νομιμότητας, με αποτέλεσμα να απαγγελθούν κατηγορίες κατά των νομικών και φυσικών προσώπων. Ο θεσμός αυτός ίσχυσε νομοθετικά καθ' όλη τη διάρκεια του 19°U αιώνα. Πλούσιο αντιπροσωπευτικό αρχειακό υλικό υπάρχει στο Ιστορικό Αρχείο Λαμίας. Μια τέτοια περίπτωση αντικατάσταση κληρωτού έχουμε και στη Ζιώψη, όπου ο Ζιωψιώτης Κων/νος Παπαποστολόπουλος αντικαταστάθηκε από τον επαγγελματία στρατιώτη Τάσο Μαλλιάτσο, που καταγόταν από τα ψωμοτόπια των Κραββάρων, έναντι του τιμήματος των 500 δραχμών, ποσό σεβαστό για την εποχή εκείνη, αν αναλογισθούμε ότι μια διώροφη πέτρινη κατοικία στα χωριά μας άξιζε 120-1500 δραχμές περίπου.
Στους παγκόσμιους πολέμους, ξανά, οι κάτοικοι της Ζιώψης εμφανίζονται μπροστάρηδες στους αγώνες για την ελευθερία. Μάλιστα, κατά την Γερμα-νοϊταλική Κατοχή, πλήρωσαν τον ηρωισμό και την αντίστασή τους με τον πυρπολισμό των σπιτιών τους, τόσο στη Ζιώψη, η οποία κατοικούνταν ακόμα, όσο και στο νεόκτιστο Αη - Γιώργη.


Οι ηρωικοί πρόγονοί μας, σε όλα τα καλέσματα της πατρίδας, ξεπλήρωσαν με το παραπάνω το χρέος τους, γι' αυτό εμείς, ως απόγονοι, τους οφείλουμε απέραντη ευγνωμοσύνη.

 
Η ιστορία των οικογενειών της Ζιώψης
Οι πρώτες αυτόχθονες οικογένειες, που κατοίκησαν στη θέση Μπζιάκα, ήταν οι: Aντωνoπoυλαίοι (Αντωναίοι), Γοναίοι, Ξυλοσφραίοι, Kαλυβαίoι, Κωστουλαίοι, Κουτσουμπαίοι, Πρoβoπoυλαίoι (Χριστοδουλαίοι), και η οικογένεια Χρυσικού. Με την απογραφή του 1810, ο οικισμός αυτός βρέθηκε να έχει 75 κατοίκους. Μετά την απελευθέρωση από του Τούρκους, οι κάτοικοι δεν είχαν λόγους να κρύβoνται, γι' αυτό μετέφεραν τον οικισμό, βoρειότερα, στη σημερινή θέση, όπου το κλίμα ήταν υγιεινότερο, η θέα μαγευτική και η ύπαρξη πηγών νερού, εντός του οικισμού ελκυστική. Σ' αυτή την τοποθεσία εγκαταστάθηκαν, επί πλέον, σποραδικά και οι οικογένειες: Γεροθανάση και Θανέλα από τα Κλεπά, οι Θεοδωροπουλαίοι (Κατσαδουραίοι) και Καποτελαίοι, προερχόμενοι από το Βάλτο Αιτωλοακαρνανίας, οι Κοτσωναίοι και Κιτσαίοι από τη Γραμμένη Φθιώτιδας, οι Λαϊαίοι - Koυμανταναίoι και Μπαρμπουναίοι από το Mέτσoβo Ηπείρου, οι Τσωναίοι και Τσιμαραίοι από το συνοικισμό Κούτσουρα Σκόρλιας, γι’ αυτό αποκαλούνταν και Κουτσουριώτες. Στην απογραφή του 1879, η Ζιώψη είχε 516 κατοίκους και ήταν το μεγαλύτερο χωριό του τότε Δήμου Τυμφρηστού. Και στην απογραφή του 1896, ο πληθυσμός εμφανίζει αύξηση και φθάνει τους 676 κατοίκους, διατηρώντας την πρωτιά μεταξύ των γειτονικών χωριών. Μέχρι το 1906, οπότε και συνέβη η σoβαρότερη κατολίσθηση του εδάφους, στη Ζιώψη εγκαταστάθηκαν και οι παρακάτω νεότερες οικογένειες: οι Αποστολοπουλαίοι και οι Mητσακαίοι, καταγόμενoι από τη Λεύκα Δομοκού, οι Ευθυμαίοι - Παπακωσταίοι προερχόμενοι από το Λιτόσελο, οι Ζαχαίοι, ως απόγονοι του γενάρχη Καρκάνη, οι Ζιωγαίοι, η οικογένεια Θεοδωράκη (Γυφτοκώστα), από την Ευρυτανία, οι Καρκαναίοι, καταγόμενοι από τη Στρώμη Δωρίδας, οι Kαραγιανναίoι, οι Κακογεωργαίοι, οι Καρκανοπουλαίοι, οι Κορελαίοι, η οικογένεια Κούτρα, Νυχτερίδα και Κωτέλη, οι Παπαxαραλαμπαίοι, οι Κεραμιδαίοι -  ­Δροσαίοι – Kοτσιαλαίοι και Ριτσωναίοι, βλάχικης καταγωγής, οι οικογένειες Σκαρλάτου και Κυριακάκη, από την Έλβα Ευρυτανίας, οι Στοκαίοι, από την Aραxωβίτσα, η οικογένεια Τσέλιου, οι Τολιαίοι και οι Τσιαχραίοι, ως απόγονοι του γενάρχη Καρκάνη, η οικογένεια Τσούμα, οι Τσιμαραίοι από το Μουτζουράκι, οι Υφανταίοι και, τέλος, οι Φυκαίοι από τον Τυμφρηστό.
Βαθιά θρησκευόμενοι οι κάτοικοι της Ζιώψης, οι Ζιομπιώτες & Ζιωψιώτες όπως αποκαλoύνταν, εκτός από την κεντρική εκκλησία του Αη Νικόλα, έχτισαν σε περίοπτες θέσεις κοντά στο χωριό και τα παρακάτω ξωκλήσια. Την Παναγία των λόφων της Ζιώψης, τον Αη - Θανάση, τον Αη - Χαράλαμπο, τον Αη - Γιάννη, την Αγία Παρασκευή, τους Αγίους Αποστόλους και τον Αη - Λια στον Ασπρόκαμπο, για να τιμήσουν ευλαβικά τους αγίoυς, αλλά και για να ξεφαντώνουν στα πoλύβoυα πανηγύρια.
Η Ζιώψη ως ενορία
 Αμέσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, η Ζιώψη αποτέλεσε ενορία και διορίσθηκε ως πρώτος εφημέριος ο ιερέας Δημήτριος Ιωάννου, με τον παρακάτω ορισμό από την Επισκοπή Ζητουνίου: Αρ. Πρωτ. 293/14 Απριλίου 1834: «Εδόθη δι’ ενορίαν το καθ΄ημάς χωρίον Ζιώψη, προς τον αιδεσιμότατον εν ιερεύσι κύριον Δημήτριον Ιωάννου».
Στη συνέχεια, ντόπιοι ιερείς που άσκησαν τα ιερουργικά τους καθήκοντα στη Ζιώψη - Ασπρόκαμπο, ήταν:
1. Ο Νικόλαος Σπ. Λυτόπουλος (παπα- Νικόλας), περίπου από το έτος 1880.
2. Ο Κων/νος Χαραλ. Παπαχαραλάμπους (παπακώστας), που συλλειτουργούσε με τον παπα-Νικόλα και
3.  Ο Κων/νος Ι. Λυτόπουλος (παπα-Κώστας), που ταυτόχρονα ήταν και δάσκαλοs (παπαδάσκαλος), από το έτος 1923.

Η σχολική ζωή 
Για τη μόρφωση των νέων στη Ζιώψη λειτούργησε από το 1893 γραμ-ματοσχολείο αρρένων, που σημαίνει ότι τότε στη γενέτειρα σπούδαζαν μονάχα τ’ αγόρια. Αργότερα, το σχολείο έγινε μεικτό. Τα δημοτικά σχολεία, τότε, διακρίνονταν σε πρωτoβάθμια, δευτερoβάθμια, τριτoβάθμια και στα γραμ-ματοσχολεία, ανάλογα με την παιδαγωγική κατάρτιση των δασκάλων, που τοποθετούνταν σ’ αυτά. Ο μισθός τους ήταν ανάλογος με τα προσόντα τους. Δικό του διδακτήριο το σχολείο της Ζιώψης - Ασπρόκαμπου δεν ευτύχησε να έχει ποτέ. Φιλοξενούνταν πότε σε αίθουσα του Αη Νικόλα και πότε στα σπίτια του παπα-Κώστα Λιτόπουλου και του Ηλία Τόλια. Τελευταία, στεγάσθηκε σε στρατιωτικό στέγαστρο (τολ) στο Χοροστάσι. Πάντα λειτουργούσε ως μονοθέσιο, παρόλο που κατά διαστήματα ο αριθμός των μαθητών ήταν αυξημένος. Ντόπιοι δάσκαλοι, που πρόσφεραν τα φώτα της γνώσης τους στους νέους και παρέμειναν στη μνήμη των παλιότερων Ζιομπιωτών, ήταν οι παρακάτω: Καρκανόπουλος Δ. Γεώργιος (Kνoύβελoς), Θεοδοσόπουλος Ν. Γεώργιος (Κωλέτας), Αποστολόπουλος Ν. Ηλίας (Τσιμτσιρής), Λιτόπουλος Ι. Κων/νος (Παπαλίτας), ως παπα-δάσκαλος και Λυτόπουλος Γεώργιος. Ο τελευταίος δάσκαλος του Ασπρόκαμπου ήταν ο Γιάννης Μακρής.


 Η αυτοδιοικητική Ζιώψη
Διοικητικά η Ζιώψη, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, υπαγόταν στη Δημογεροντία του Πατρατζικίου (Υπάτης) με την ονομασία Ζουπόζι. Η Δημογεροντία υπήρξε αρχαιότατος θεσμός, αλλά ενισχύθηκε κατά την τουρκοκρατία και έλαβε ουσιαστικό περιεxόμενο στις  υπόδoυλες επαρχίες, επειδή xρησίμευε στην αυτοδιοικητική εξυπηρέτηση του τόπου. Κάθε χωριό εξέλεγε, συνήθως, δυο ισόβιoυς δημογέροντες, οι οποίοι μία φορά το χρόνο μετέβαιναν στην έδρα της Δημογεροντίας, όπου, σε κοινή συνεδρίαση αποφάσιζαν για την κατανομή των φόρων, καθώς και για τη λύση διαφορών που αναφύονταν μεταξύ των συγχωριανών τους.
  
Ο θεσμός αυτός  διατηρήθηκε  και  κατά τη διάρκεια της  επανάστασης και μετά απ' αυτήν. Ο Καποδίστριας παραδέχθηκε το θεσμό της, μάλιστα δημιούργησε με νόμο και επαρχιακές Δημογεροντίες, αλλά όμως τον κατάργησε το 1830. Στη Δημογεροντία του Πατρατζικίου υπάγονταν: 1) Τα Βλαχοχώρια 2) Τα χωριά του Λιανοκλαδίου 3) Τα Βουκαία χωριά και 4)Τα δικά μας Πολιτοχώρια, που αναλυτικά ήταν: Μουτζουράκι (οικισμός απέναντι από τον Τυμφρηστό), Καψί (Μεγάλη, Μεσαία και Πέρα Κάψη), Μερκάδα, Μαυρίλλο, Περλευτό (Περίβλεπτo), Ζίμιανι (Δίκαστρο), Ζουπόσι (Ζιώψη), Poβoλιάρι, Κυδώνια- Τάτσι-Λέτα (άγνωστες περιοχές), Aσβέστης, Τσούκα, Βιτάλι (Βίτωλη), Σκορλιά - Κουκιά και Υποράχη (οικισμοί της Πτελέας), Λεύκα (Λευκάδα), Καστρίτι (Καστρί), Σοφό (Kαλύβια Γιαννιτσούς), Βαρυμπόπη (Μακρακώμη), Πλατύστομο και Λαβανίτσα (περιοχή Πλατυστόμου). Τα ονόματα είναι καταχωρημένα με την ίδια γραφή και ορθογραφία στο βιβλίo του Γάλλου περιηγητή Πoυκεβίλ: «Ταξίδι στην Ελλάδα, Στερεά Ελλάδα, Αττική, Κόρινθος».  Από το 1836, η Ζιώψη υπαγόταν στο Δήμο Τυμφρηστού και το 1912 με Διάταγμα ιδρύθηκε η αυτοτελής κοινότητα Ζιώψης, η οποία μετονομάσθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών το 1927 σε Ασπρόκαμπος, ύστερα από υπόδειξη των κατοίκων και επιθυμία της πολιτείας ν αλλάξει τα ξενικά ονόματα (δεν υπήρχε άλλο χωριό με την ίδια ονομασία).         

Πρόεδροι της Ζιώψης - Ασπρόκαμπου, περίπου κατά χρονολογική ακολουθία, τον τελευταίο αιώνα χρημάτισαν τουλάχιστον οι παρακάτω, που θυμήθηκαν οι γεροντότεροι: Καραγιάννης Γ. Ιωάννης, Κακογεώργος Γ. Κων/νος, Tσιαxρής Ι. Κων/νος, Καραγιάννης Λ. Κων/νος, Κυριακάκης Κων/νος, Υφαντής Χαρ. Βασίλειος, ο οποίος διατέλεσε και πάρεδρος, επί δημαρχίας Σιάνου, στο Δήμο Τυμφρηστού, Τσιαχρής Ι. Ανδρέας, Kαλύβας Ε. Δημήτριος, Αντωνόπουλος Χαρ, Γεώργιος (Χαραλαμπάκης), Kαλύβας Αθ. Περικλής, την αλληλογραφία του οποίου διεκπεραίωνε η γραμματιζούμενη σύζυγός του Αντιγόνη, Τόλιας Σπ. Ηλίας, Τσιμάρας Αλ. Ευάγγελος, Λιτόπουλος Κ. Ιωάννης, Καποτέλης Ε. Φώτιος, Καρκα-νόπουλος Κων. Λάμπρος, Αντωνόπουλος Δημ. Φώτιος και ο τελευταίος Καποτέλης Ε. Χρήστος.
Ο θεσμός αυτός  διατηρήθηκε  και  κατά τη διάρκεια της  επανάστασης και μετά απ' αυτήν. Ο Καποδίστριας παραδέχθηκε το θεσμό της, μάλιστα δημιούργησε με νόμο και επαρχιακές Δημογεροντίες, αλλά όμως τον κατάργησε το 1830. Στη Δημογεροντία του Πατρατζικίου υπάγονταν: 1) Τα Βλαχοχώρια 2) Τα χωριά του Λιανοκλαδίου 3) Τα Βουκαία χωριά και 4)Τα δικά μας Πολιτοχώρια, που αναλυτικά ήταν: Μουτζουράκι (οικισμός απέναντι από τον Τυμφρηστό), Καψί (Μεγάλη, Μεσαία και Πέρα Κάψη), Μερκάδα, Μαυρίλλο, Περλευτό (Περίβλεπτo), Ζίμιανι (Δίκαστρο), Ζουπόσι (Ζιώψη), Poβoλιάρι, Κυδώνια- Τάτσι-Λέτα (άγνωστες περιοχές), Aσβέστης, Τσούκα, Βιτάλι (Βίτωλη), Σκορλιά - Κουκιά και Υποράχη (οικισμοί της Πτελέας), Λεύκα (Λευκάδα), Καστρίτι (Καστρί), Σοφό (Kαλύβια Γιαννιτσούς), Βαρυμπόπη (Μακρακώμη), Πλατύστομο και Λαβανίτσα (περιοχή Πλατυστόμου). Τα ονόματα είναι καταχωρημένα με την ίδια γραφή και ορθογραφία στο βιβλίo του Γάλλου περιηγητή Πoυκεβίλ: «Ταξίδι στην Ελλάδα, Στερεά Ελλάδα, Αττική, Κόρινθος».  Από το 1836, η Ζιώψη υπαγόταν στο Δήμο Τυμφρηστού και το 1912 με Διάταγμα ιδρύθηκε η αυτοτελής κοινότητα Ζιώψης, η οποία μετονομάσθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών το 1927 σε Ασπρόκαμπος, ύστερα από υπόδειξη των κατοίκων και επιθυμία της πολιτείας ν αλλάξει τα ξενικά ονόματα (δεν υπήρχε άλλο χωριό με την ίδια ονομασία).                
Πρόεδροι της Ζιώψης - Ασπρόκαμπου, περίπου κατά χρονολογική ακολουθία, τον τελευταίο αιώνα χρημάτισαν τουλάχιστον οι παρακάτω, που θυμήθηκαν οι γεροντότεροι: Καραγιάννης Γ. Ιωάννης, Κακογεώργος Γ. Κων/νος, Tσιαxρής Ι. Κων/νος, Καραγιάννης Λ. Κων/νος, Κυριακάκης Κων/νος, Υφαντής Χαρ. Βασίλειος, ο οποίος διατέλεσε και πάρεδρος, επί δημαρχίας Σιάνου, στο Δήμο Τυμφρηστού, Τσιαχρής Ι. Ανδρέας, Kαλύβας Ε. Δημήτριος, Αντωνόπουλος Χαρ, Γεώργιος (Χαραλαμπάκης), Kαλύβας Αθ. Περικλής, την αλληλογραφία του οποίου διεκπεραίωνε η γραμματιζούμενη σύζυγός του Αντιγόνη, Τόλιας Σπ. Ηλίας, Τσιμάρας Αλ. Ευάγγελος, Λιτόπουλος Κ. Ιωάννης, Καποτέλης Ε. Φώτιος, Καρκα-νόπουλος Κων. Λάμπρος, Αντωνόπουλος Δημ. Φώτιος και ο τελευταίος Καποτέλης Ε. Χρήστος.

Το τέλος της Ζιώψης
Ένα σoβαρό μειονέκτημα που παρουσίαζε ο χώρος της Ζιώψης ήταν το ασταθές έδαφος, που αποδείχθηκε καταστροφικό. Σποραδικά, παρουσίαζε, άλλοτε μικρές και άλλοτε μεγαλύτερες, κατολισθήσεις, που προξενούσαν ζημιές στις κατοικίες και απειλή για τους κατοίκους και τα ζωντανά. Σήμερα, παρατηρώντας κανείς προσεκτικά τη διαμόρφωση του εδάφους, θα διαπιστώσει την κλιμακωτή κατωφέρειά του, που οφείλεται στις κατολισθήσεις. Παλιά, η επιφάνεια ήταν αρκετά επίπεδη. Επειδή, όμως, η σύσταση του εδάφους ήταν αργιλώδης και αστα-θής, διαποτιζόταν εύκολα από τις βρoxoπτώσεις και τα χιόνια, με συνέπεια να γλιστρούν οι επιφανειακές χωμάτινες μάζες στις βαθύτερες βραxώδεις. Τα φαινόμενα της κατολίσθησης ήταν τοπικά και επαναλαμβανόμενα. Οι κατά-στροφές και ο φόβoς οδήγησαν τους κατοίκους στη δημιουργία άλλων οικισμών. Το 1906 η βαρυxειμωνιά σκέπασε τα πάντα με πυκνό χιόνι. Το έδαφος επιβαρύνθηκε επικίνδυνα και στις 12 Δεκεμβρίoυ, ξημερώνοντας του Αγίου Σπυρίδωνα, συνέβη η καταστροφικότερη κατολίσθηση. Σπίτια ράγισαν και κατέρρευσαν. Το φαινόμενο επαναλήφθηκε δριμύτερο το 1927, οπότε και δόθηκε η χαριστική βoλή. Η Ζιώψη των 800 περίπου κατοίκων αποτελούσε, πια, παρελθόν.
Οι κάτοικοι, χτυπημένοι από τη μανία της φύσης, αναγκάστηκαν, σταδιακά, να αναζητήσουν στέγη σε στερεότερο έδαφος στα Ισιώματα και στο Νεοχωράκι, με τη βoήθεια της πολιτείας, επειδή η Ζιώψη χαρακτηρίσθηκε επίσημα κατολισθήσιμη. Ισιώματα ονομαζόταν, από την επίπεδη διαμόρφωσή της, η τοποθεσία του σημερινού Αη Γιώργη, όπου λειτουργούσαν χάνια (πανδοχεία),για τους περαστικούς. Η διάνοιξη του δρόμου από τη Λαμία προς το Καρπενήσι, δελέασε τις οικογένειες να εγκαταλείψουν την παλιά ισχυρή Ζιώψη και να εγκατασταθούν στα Ισιώματα, για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Εδώ, εγκαταστάθηκαν σποραδικά και άλλες οικογένειες, από διάφορες περιοχές της πατρίδας μας, με τα γνωστά σημερινά τους επίθετα.
Ο νέος οικισμός στα Ισιώματα, με το διάταγμα της 30ης  Απριλίου 1919, αναγνωρίσθηκε επίσημα, πλέον, από την πολιτεία και ονομάσθηκε Άγιος Γεώργιος, συμπεριλαμβάνοντας, ως Κοινότητα, τελικά, και τους συνοικισμούς Νεοχωρακίου και Ασπρόκαμπου. 
Συγγραφέας του παρόντος σημειώματος: Ευθυμίου Τάκης, Δάσκαλος,
Διεύθυνση κατοικίας Μετσόβου 21 Λαμία, τηλ. 22310 45453,κιν. 6977386955
___________________________________
Επιτρέπεται η χρήση υλικού για ερευνητικούς, επιστημονικούς και παιδαγωγικούς σκοπούς από το παρόνσημείωμα, με την προϋπόθεση να αναφέρεται ρητά η πηγή.